trivialize
tri
ˈtrɪ
τρι
via
viə
βια
lize
ˌlaɪz
λαιζ
/tɹˈɪvɪəlˌaɪz/
trivialise

Ορισμός και σημασία του "trivialize"στα αγγλικά

to trivialize
01

περιφρονώ, ελαχιστοποιώ

to make something seem less important, significant, or serious than it actually is
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
trivialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
trivializes
ενεστώτα μετοχή
trivializing
απλός αόριστος
trivialized
παθητική μετοχή
trivialized

Λεξικό Δέντρο

trivialize
trivial
triv
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store