trifling
trif
ˈtraɪf
τραιφ
ling
lɪng
λινγκ
/tɹˈa‍ɪflɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "trifling"στα αγγλικά

01

ασήμαντος, τετριμμένος

without any value or importance
trifling definition and meaning
Παραδείγματα
Focusing on trifling details can prevent us from seeing the bigger picture.
Η εστίαση σε ασήμαντες λεπτομέρειες μπορεί να μας εμποδίσει να δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store