trifling
trif
ˈtraɪf
traif
ling
lɪng
ling
triplingtrimmingtrollingtrilling

Ορισμός και σημασία του "trifling"στα αγγλικά

01

ασήμαντος, τετριμμένος

without any value or importance 
trifling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trifling
συγκριτικός βαθμός
more trifling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She dismissed his excuses as trifling and irrelevant to the issue at hand. 

Απέρριψε τις δικαιολογίες του ως ασήμαντες και άσχετες με το θέμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store