triggered
tri
ˈtrɪ
τρι
ggered
gɜrd
γκερρντ
/tɹˈɪɡəd/

Ορισμός και σημασία του "triggered"στα αγγλικά

01

θυμωμένος, ενοχλημένος

angry or upset, often in reaction to something annoying or offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most triggered
συγκριτικός βαθμός
more triggered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I got triggered when they doubted my promotion goals.
Θύμωσα όταν αμφέβαλαν στους στόχους προαγωγής μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store