Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
treacherous
01
προδοτικός, δόλιος
inclined to deceive or betray others for personal gain or advantage
Παραδείγματα
They were shocked to discover the treacherous motives behind his seemingly kind gestures.
Σοκαρίστηκαν όταν ανακάλυψαν τους προδοτικούς σκοπούς πίσω από τις φαινομενικά καλοήθεις χειρονομίες του.
02
προδοτικός, επικίνδυνος
posing a hidden or sudden threat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most treacherous
συγκριτικός βαθμός
more treacherous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The political situation was treacherous and could change overnight.
Η πολιτική κατάσταση ήταν επιβλαβής και μπορούσε να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη.
Λεξικό Δέντρο
treacherously
treacherous



























