treacle
trea
ˈtri:
tri
cle
kəl
kēl
treadle

Ορισμός και σημασία του "treacle"στα αγγλικά

01

μελάσα, σιρόπι ζάχαρης

a thick, sweet, sticky liquid made from refined sugar, used in cooking 
treacle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He poured a generous amount of treacle over his warm pancakes 

Έριξε μια γενναιόδωρη ποσότητα μελάσας πάνω στα ζεστά του τηγανίτες.

02

γραφή ή μουσική που είναι υπερβολικά γλυκιά και συναισθηματική, υπερβολική συναισθηματικότητα

writing or music that is excessively sweet and sentimental 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

treacly
treacle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store