trauma
trau
ˈtrɔ:
traw
ma
trema
traumata

Ορισμός και σημασία του "trauma"στα αγγλικά

01

τραύμα, συναισθηματικό σοκ

a medical condition of the mind caused by extreme shock, which could last for a very long time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traumas
Παραδείγματα
She sought therapy to help her cope with the emotional trauma from the car accident. 

Αναζήτησε θεραπεία για να τη βοηθήσει να αντιμετωπίσει το συναισθηματικό τραύμα από το αυτοκινητιστικό ατύχημα.

02

τραύμα, κάκωση

damage inflicted on the body as a result of an external force or event 
Παραδείγματα
Spinal cord injury due to the trauma of a diving accident. 

Τραυματισμός της σπονδυλικής στήλης λόγω τραύματος από ατύχημα κατάδυσης.

Λεξικό Δέντρο

traumatize
trauma
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store