trashy
tra
ˈtræ
τραι
shy
ʃi
σι
/tɹˈæʃi/

Ορισμός και σημασία του "trashy"στα αγγλικά

01

κακόγουστο, φανταχτερός

tastelessly showy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
trashiest
συγκριτικός βαθμός
trashier
διαβαθμίσιμο
02

χαμηλής ποιότητας, χυδαίος

having low quality or lacking sophistication
Παραδείγματα
She threw out the trashy clothes she no longer wore.
Έριξε τα φατσώδη ρούχα που δεν φορούσε πια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store