Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transfixed
01
γοητευμένος, μαγεμένος
captivated or mesmerized, often with intense focus or astonishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most transfixed
συγκριτικός βαθμός
more transfixed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowd stood transfixed as the fireworks lit up the sky.
Το πλήθος στάθηκε μαγεμένο καθώς τα πυροτεχνήματα φώτιζαν τον ουρανό.
Λεξικό Δέντρο
transfixed
transfix



























