transfixed
trans
træns
trāns
fixed
ˈfɪkst
fikst
unaffixedunfixedbetwixtaffixed

Ορισμός και σημασία του "transfixed"στα αγγλικά

transfixed
01

γοητευμένος, μαγεμένος

captivated or mesmerized, often with intense focus or astonishment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most transfixed
συγκριτικός βαθμός
more transfixed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, emotion, perception
Παραδείγματα
The audience was transfixed by the magician's final trick. 

Το κοινό γοητεύτηκε από το τελευταίο τρικ του μάγου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

transfixed
transfix
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store