Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
topical
01
τοπικός, επιφανειακός
pertaining to the surface of a body part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, medicine, biology
02
θεματικός, τοπικός
of or relating to or arranged by topics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
topicality
topicalize
topically
topical
topic



























