topical
to
ˈtɒ
to
pi
pi
cal
kəl
kēl
tropicaltypical

Ορισμός και σημασία του "topical"στα αγγλικά

01

τοπικός, επιφανειακός

pertaining to the surface of a body part 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, medicine, biology
02

θεματικός, τοπικός

of or relating to or arranged by topics 
03

επίκαιρος, σχετικός

relevant to current events, issues, or trends 
Παραδείγματα
The debate covered many topical issues, such as climate change and social justice. 

Η συζήτηση κάλυψε πολλά επίκαιρα θέματα, όπως η κλιματική αλλαγή και η κοινωνική δικαιοσύνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

topicality
topicalize
topically
topical
topic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store