Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Topic
01
θέμα
a matter that is dealt with in a conversation, text, or study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
topics
Παραδείγματα
The professor introduced the main topic of today's lecture: cultural anthropology.
Ο καθηγητής εισήγαγε το κύριο θέμα της σημερινής διάλεξης: πολιτιστική ανθρωπολογία.
02
θέμα, τοπικό
some situation or event that is thought about
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
topical
topic



























