topic
to
ˈtɒ
to
pic
pɪk
pik
tonictypictoxictepic

Ορισμός και σημασία του "topic"στα αγγλικά

01

θέμα

a matter that is dealt with in a conversation, text, or study 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
topics
Παραδείγματα
The professor introduced the main topic of today's lecture: cultural anthropology. 

Ο καθηγητής εισήγαγε το κύριο θέμα της σημερινής διάλεξης: πολιτιστική ανθρωπολογία.

02

θέμα, τοπικό

some situation or event that is thought about 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

topical
topic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store