topic
Pronunciation
/ˈtɑpɪk/

Ορισμός και σημασία του "topic"στα αγγλικά

01

θέμα

a matter that is dealt with in a conversation, text, or study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topics
Παραδείγματα
The book club members voted on the next month 's topic of discussion.
Τα μέλη του λέσχης βιβλίου ψήφισαν για το θέμα συζήτησης του επόμενου μήνα.
02

θέμα, τοπικό

some situation or event that is thought about
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store