Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tomahawk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tomahawks
Παραδείγματα
The explorer admired the craftsmanship of the ornately decorated tomahawk on display at the cultural center.
Ο εξερευνητής θαύμασε την κατασκευαστική τέχνη του περίτεχνα διακοσμημένου τομάχοκ που εκτίθεται στο πολιτιστικό κέντρο.
to tomahawk
01
τομαχάκωμα, κόβω με τομαχάκι
to chop or cut using a tomahawk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tomahawk
γ΄ ενικό πρόσωπο
tomahawks
ενεστώτα μετοχή
tomahawking
απλός αόριστος
tomahawked
παθητική μετοχή
tomahawked
Παραδείγματα
The lumberjack tomahawked the fallen tree.
Ο υλοτόμος τόμαχοκ το έπεσε δέντρο.
02
τομαχόκω, χτυπώ με τομαχόκ
to kill or strike someone with a tomahawk
Παραδείγματα
The criminal was tomahawked during the ambush.
Ο εγκληματίας τομαχάκωσε κατά τη διάρκεια της ενέδρας.



























