Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tomahawk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tomahawks
Παραδείγματα
The Native American warrior skillfully wielded a tomahawk in battle.
Ο ιθαγενής Αμερικανός πολεμιστής χειρίστηκε επιδέξια ένα τομάχακ στη μάχη.
to tomahawk
01
τομαχάκωμα, κόβω με τομαχάκι
to chop or cut using a tomahawk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tomahawk
γ΄ ενικό πρόσωπο
tomahawks
ενεστώτα μετοχή
tomahawking
απλός αόριστος
tomahawked
παθητική μετοχή
tomahawked
Παραδείγματα
He tomahawked the log into smaller pieces.
Αυτός tomahawk το κούτσουρο σε μικρότερα κομμάτια.
02
τομαχόκω, χτυπώ με τομαχόκ
to kill or strike someone with a tomahawk
Παραδείγματα
The enemy soldier was tomahawked in battle.
Ο εχθρός στρατιώτης τομαχόκαρε στη μάχη.



























