tomatillo
tomatillo
tɒməti:jəʊ
tomētiyew

Ορισμός και σημασία του "tomatillo"στα αγγλικά

01

τοματίγιο, μεξικάνικη πράσινη ντομάτα

a small green fruit with a tart flavor commonly used in Mexican cuisine 
tomatillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tomatillos
Παραδείγματα
My grandparents discovered the unique flavor of tomatillos while traveling in Mexico. 

Οι παππούδες μου ανακάλυψαν τη μοναδική γεύση των τοματίγιων ενώ ταξίδευαν στο Μεξικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store