toilsome
toil
ˈtɔɪl
toyl
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "toilsome"στα αγγλικά

01

επίπονος, κοπιαστικός

involving hard work, labor, or effort, often leading to exhaustion or fatigue 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toilsome
συγκριτικός βαθμός
more toilsome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
work, effort, labor
Παραδείγματα
The farmer's toilsome work in the fields begins before dawn and continues until dusk. 

Η επίπονη εργασία του αγρότη στα χωράφια ξεκινά πριν από την αυγή και συνεχίζεται μέχρι το σούρουπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

toilsomeness
toilsome

toil

+

some

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store