Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
toilsome
01
επίπονος, κοπιαστικός
involving hard work, labor, or effort, often leading to exhaustion or fatigue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toilsome
συγκριτικός βαθμός
more toilsome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The toilsome process of writing a novel requires patience, dedication, and countless hours of editing and revision.
Η επίπονη διαδικασία της συγγραφής ενός μυθιστορήματος απαιτεί υπομονή, αφοσίωση και αμέτρητες ώρες επεξεργασίας και αναθεώρησης.
Λεξικό Δέντρο
toilsomeness
toilsome
toil
some



























