Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
titillating
01
διεγερτικός, ερεθιστικός
pleasantly and superficially exciting
Παραδείγματα
Critics debated whether the artist's latest exhibition was a genuine expression or merely titillating.
Οι κριτικοί συζήτησαν αν η τελευταία έκθεση του καλλιτέχνη ήταν μια γνήσια έκφραση ή απλώς ερεθιστική.
03
γαργαλητός, διεγερτικός
exciting by touching lightly so as to cause laughter or twitching movements
Λεξικό Δέντρο
titillating
titillate



























