erotic
e
ɪ
i
ro
ˈrɒ
ro
tic
tɪk
tik
exoticergotic

Ορισμός και σημασία του "erotic"στα αγγλικά

01

ερωτικός, αισθησιακός

relating to or causing sexual arousal or excitement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erotic
συγκριτικός βαθμός
more erotic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The erotic novel featured explicit scenes of passion and desire. 

Το ερωτικό μυθιστόρημα περιελάμβανε σαφείς σκηνές πάθους και επιθυμίας.

01

ερωτικός, ερωτικό άτομο

an erotic person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
erotics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store