erotic
e
ɪ
ι
ro
ˈrɑ
ρα
tic
tɪk
τικ
British pronunciation
/ɪɹˈɒtɪk/

Ορισμός και σημασία του "erotic"στα αγγλικά

01

ερωτικός, αισθησιακός

relating to or causing sexual arousal or excitement
example
Παραδείγματα
Emily explores her own sexuality through erotic fantasies and self-exploration.
Η Emily εξερευνά τη δική της σεξουαλικότητα μέσα από ερωτικές φαντασιώσεις και αυτο-εξερεύνηση.
01

ερωτικός, ερωτικό άτομο

an erotic person
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store