Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
titillating
01
διεγερτικός, ερεθιστικός
pleasantly and superficially exciting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most titillating
συγκριτικός βαθμός
more titillating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie was criticized for its titillating scenes that overshadowed the plot.
Η ταινία επικρίθηκε για τις ερεθιστικές σκηνές της που επισκίασαν την πλοκή.
03
γαργαλητός, διεγερτικός
exciting by touching lightly so as to cause laughter or twitching movements
Λεξικό Δέντρο
titillating
titillate



























