titillating
Pronunciation
/ˈtɪtəˌɫeɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "titillating"στα αγγλικά

titillating
01

διεγερτικός, ερεθιστικός

pleasantly and superficially exciting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most titillating
συγκριτικός βαθμός
more titillating
διαβαθμίσιμο
02

ερεθιστικός, προκλητικός

having content that is sexually provocative
Παραδείγματα
Critics debated whether the artist's latest exhibition was a genuine expression or merely titillating.
Οι κριτικοί συζήτησαν αν η τελευταία έκθεση του καλλιτέχνη ήταν μια γνήσια έκφραση ή απλώς ερεθιστική.
03

γαργαλητός, διεγερτικός

exciting by touching lightly so as to cause laughter or twitching movements

Λεξικό Δέντρο

titillating
titillate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store