birch
birch
bɜ:ʧ
bēch
bitchbirth

Ορισμός και σημασία του "birch"στα αγγλικά

01

σημύδα, λευκή σημύδα

a deciduous tree known for its smooth bark, typically found in temperate and boreal forests 
birch definition and meaning
Παραδείγματα
The birch trees in the forest rustled gently in the breeze. 

Οι σηκουιές στο δάσος θρόιζαν απαλά στο αεράκι.

02

βέργα από σημύδα, μαστίγιο από σημύδα

a switch consisting of a twig or a bundle of twigs from a birch tree; used to hit people as punishment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
birches
03

σημύδα, ξύλο σημύδας

hard close-grained wood of any of various birch trees; used especially in furniture and interior finishes and plywood 
to birch
01

μαστιγώνω με ένα κλαδί σημύδας, χτυπώ με ένα βέργο σημύδας

whip with a birch twig 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
birch
γ΄ ενικό πρόσωπο
birches
ενεστώτα μετοχή
birching
απλός αόριστος
birched
παθητική μετοχή
birched
01

από ξύλο σημύδας, κατασκευασμένο από ξύλο σημύδας

consisting of or made of wood of the birch tree 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store