Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acrid
01
δριμύς, καυστικός
having an unpleasant and sharp smell or taste, especially causing a burning sensation
Παραδείγματα
When I accidentally bit into the spoiled fruit, its acrid flavor made me immediately spit it out.
Όταν κατά λάθος δάγκωσα το χαλασμένο φρούτο, η δριμεία γεύση του με έκανε να το φτύσω αμέσως.
Παραδείγματα
The coach 's acrid behavior toward the players undermined team morale and hindered their performance.
Η πικρή συμπεριφορά του προπονητή απέναντι στους παίκτες υπονόμευσε το ηθικό της ομάδας και εμπόδισε την απόδοσή τους.
Λεξικό Δέντρο
acridness
acrimony
acrid



























