Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
timidly
01
δειλά, με δισταγμό
in a way that shows fear, hesitation, or lack of confidence
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He smiled timidly after making the mistake.
Χαμογέλασε δειλά αφού έκανε το λάθος.



























