Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shyly
01
ντροπαλά
in a way that shows timidity or reserve, often because of nervousness or lack of confidence
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She shyly glanced away when someone looked at her.
Αυτή ντροπαλά κοίταξε μακριά όταν κάποιος την κοίταξε.
Λεξικό Δέντρο
shyly
shy



























