Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tide
01
παλίρροια
the rise and fall of the sea level, which happens regularly, as a result of the attraction of the sun and moon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tides
Παραδείγματα
Fishermen need to be aware of the tide schedule to ensure their boats are safely docked.
Οι ψαράδες πρέπει να γνωρίζουν το πρόγραμμα της παλίρροιας για να διασφαλίσουν ότι τα σκάφη τους είναι ασφαλώς αγκυροβολημένα.
02
ροή, κύμα
something that fluctuates or changes in intensity
Παραδείγματα
There is a tide of enthusiasm for the new project.
Κύμα ενθουσιασμού για το νέο έργο.
03
παλίρροια, ρεύμα
a flowing stream or current, particularly in large bodies of water like oceans or seas
Παραδείγματα
The tide carried driftwood along the shore.
Η παλίρροια μετέφερε ξύλα που επιπλέουν κατά μήκος της ακτής.
04
ρεύμα, τάση
the general trend or movement in public opinion, social attitudes, or events
Παραδείγματα
A tide of support for the candidate developed overnight.
Ένα κύμα υποστήριξης για τον υποψήφιο αναπτύχθηκε μέσα σε μια νύχτα.
to tide
01
ανεβαίνω, προχωρώ
to rise, advance, or move forward, often gradually or steadily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tide
γ΄ ενικό πρόσωπο
tides
ενεστώτα μετοχή
tiding
απλός αόριστος
tided
παθητική μετοχή
tided
Παραδείγματα
The economy is tiding upward after months of decline.
Η οικονομία παλίρροια προς τα πάνω μετά από μήνες πτώσης.
02
παραφέρομαι, μεταφέρομαι από το ρεύμα
to be carried along by the current
Παραδείγματα
Driftwood tidied toward the shore.
Το ξύλο που παρασύρεται έρεε προς την ακτή.
03
παρασύρω, επιπλέω
to cause something to float or move along with the tide
Παραδείγματα
Workers tidied the logs downriver.
Οι εργάτες έκαναν τα κούτσουρα να επιπλέουν κατάντη.
Λεξικό Δέντρο
tidal
undertide
tide



























