Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acquitted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acquitted
συγκριτικός βαθμός
more acquitted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Being acquitted brought an end to years of legal battles.
Η αθώωση έθεσε τέλος σε χρόνια νομικών μαχών.
Λεξικό Δέντρο
acquitted
acquit



























