thrilling
thri
ˈθrɪ
θρι
lling
lɪng
λινγκ
/θɹˈɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "thrilling"στα αγγλικά

01

συναρπαστικό, εξαιρετικά ενθουσιαστικό

causing great pleasure or excitement
thrilling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thrilling
συγκριτικός βαθμός
more thrilling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suspenseful atmosphere made the mystery novel even more thrilling.
Η αγωνιώδης ατμόσφαιρα έκανε το μυθιστόρημα μυστηρίου ακόμα πιο συναρπαστικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store