thrilling
thri
ˈθrɪ
thri
lling
lɪng
ling
refillingshrillingunwillingtrilling

Ορισμός και σημασία του "thrilling"στα αγγλικά

01

συναρπαστικό, εξαιρετικά ενθουσιαστικό

causing great pleasure or excitement 
thrilling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thrilling
συγκριτικός βαθμός
more thrilling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The roller coaster ride was thrilling, with twists and turns that left riders screaming with excitement. 

Η βόλτα με το τρενάκι ήταν συναρπαστική, με στροφές και κουρμπάνες που άφησαν τους αναβάτες να φωνάζουν από ενθουσιασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store