Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thrilling
01
συναρπαστικό, εξαιρετικά ενθουσιαστικό
causing great pleasure or excitement
Παραδείγματα
The suspenseful atmosphere made the mystery novel even more thrilling.
Η αγωνιώδης ατμόσφαιρα έκανε το μυθιστόρημα μυστηρίου ακόμα πιο συναρπαστικό.
Λεξικό Δέντρο
thrilling
thrill



























