Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thrive
01
ακμάζω, εξελίσσομαι
(of an animal, child, or plant) to grow with strength, health, or energy
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
thrive
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrives
ενεστώτα μετοχή
thriving
απλός αόριστος
throve
παθητική μετοχή
thriven
Παραδείγματα
The baby thrived in the loving and supportive care of her family.
Το μωρό ανθίσει στην αγαπητική και υποστηρικτική φροντίδα της οικογένειάς του.
02
ακμάζω, ευδοκιμώ
to grow and develop exceptionally well
Intransitive
Παραδείγματα
Despite the challenges, the small business managed to thrive in a competitive market.
Παρά τις προκλήσεις, η μικρή επιχείρηση κατάφερε να ακμάσει σε μια ανταγωνιστική αγορά.
Λεξικό Δέντρο
thriving
thrive



























