Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thrive
01
ακμάζω, εξελίσσομαι
(of an animal, child, or plant) to grow with strength, health, or energy
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
thrive
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrives
ενεστώτα μετοχή
thriving
απλός αόριστος
throve
παθητική μετοχή
thriven
Παραδείγματα
The saplings thrived after being transplanted to nutrient-rich soil.
Τα δενδρύλλια εξελίχθηκαν αφού μεταφυτεύτηκαν σε εύφορο έδαφος.
02
ακμάζω, ευδοκιμώ
to grow and develop exceptionally well
Intransitive
Παραδείγματα
They are thriving in their respective careers due to continuous learning.
Ευδοκιμούν στις αντίστοιχες καριέρες τους λόγω συνεχούς μάθησης.
Λεξικό Δέντρο
thriving
thrive



























