testy
tes
ˈtɛs
τεσ
ty
ti
τι
tasty

Ορισμός και σημασία του "testy"στα αγγλικά

01

ευερέθιστος, οξύθυμος

having a tendency to become easily irritated or annoyed 
testy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
testiest
συγκριτικός βαθμός
testier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
temperament, behavior, emotion
Παραδείγματα
After a long day of work, he became testy and snapped at his coworkers over minor mistakes. 

Μετά από μια μακρά μέρα δουλειάς, έγινε ευερέθιστος και φώναξε στους συναδέλφους του για μικρά λάθη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

testily
testiness
testy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store