Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Testimony
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
testimonies
Παραδείγματα
The witness provided compelling testimony that corroborated the victim's account.
Ο μάρτυρας παρείχε μια πειστική μαρτυρία που επιβεβαίωσε τον λόγο του θύματος.
02
μαρτυρία, δήλωση
a statement based on personal experience, offered as direct evidence of a fact
Παραδείγματα
He gave a testimony of his time in the war.
Έδωσε μια μαρτυρία για τον χρόνο του στον πόλεμο.
03
μαρτυρία, απόδειξη
something that serves as proof, evidence, or indication of a fact or quality
Παραδείγματα
The monument stands as a testimony to their courage.
Το μνημείο στέκεται ως μαρτυρία του θάρρους τους.
Λεξικό Δέντρο
testimonial
testimony



























