Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to testify
01
καταθέτω, μαρτυρώ
to make a statement as a witness in court saying something is true
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
testify
γ΄ ενικό πρόσωπο
testifies
ενεστώτα μετοχή
testifying
απλός αόριστος
testified
παθητική μετοχή
testified
Παραδείγματα
Witnesses are called to testify about what they saw during the accident.
Οι μάρτυρες καλούνται να καταθέσουν για όσα είδαν κατά τη διάρκεια του ατυχήματος.
02
μαρτυρώ, επιβεβαιώνω
to serve as evidence or proof that something exists or is true
Intransitive: to testify to sth
Παραδείγματα
The document will testify to the accuracy of the transaction records.
Το έγγραφο θα μαρτυρήσει την ακρίβεια των εγγραφών συναλλαγών.
Λεξικό Δέντρο
testifier
testify



























