Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terrifying
01
τρομακτικός, φοβερός
causing a person to become filled with fear
Παραδείγματα
The terrifying scream from the horror movie made everyone jump in their seats.
Ο τρομακτικός κραυγή από την ταινία τρόμου έκανε όλους να πηδήξουν από τις θέσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
terrifyingly
terrifying
terrify



























