terrifying
te
ˈtɛ
te
rri
ri
fying
faɪɪng
faiing
clarifyingverifying

Ορισμός και σημασία του "terrifying"στα αγγλικά

terrifying
01

τρομακτικός, φοβερός

causing a person to become filled with fear 
terrifying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most terrifying
συγκριτικός βαθμός
more terrifying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, perception
Παραδείγματα
Being chased by a pack of wolves was a terrifying ordeal; I could feel my heart pounding in my chest with fear. 

Το να με κυνηγάει ένα αγέλη λύκων ήταν μια τρομακτική δοκιμασία· μπορούσα να νιώθω την καρδιά μου να χτυπά στο στήθος μου από τον φόβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

terrifyingly
terrifying
terrify
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store