Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terrible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most terrible
συγκριτικός βαθμός
more terrible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, evaluation, experience
Παραδείγματα
The terrible storm caused widespread damage to homes and infrastructure.
Η τρομερή καταιγίδα προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές σε σπίτια και υποδομές.
02
τρομερός, καταστροφικός
very serious and harmful
Παραδείγματα
The avalanche caused terrible damage to the mountain village.
Η χιονοστιβάδα προκάλεσε τρομερές ζημιές στο ορεινό χωριό.
03
τρομερός, φρικτός
intensely or extremely bad or unpleasant in degree or quality
Παραδείγματα
The heat was terrible, making it hard to breathe.
Η ζέστη ήταν τρομερή, κάνοντας δύσκολη την αναπνοή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
terribleness
terribly
terrible



























