tentatively
ten
ˈtɛn
ten
ta
tə
tē
tive
tɪv
tiv
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "tentatively"στα αγγλικά

tentatively
01

προσωρινά, με επιφύλαξη

in a way that is not certain or definite and might be changed later 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She tentatively agreed to join the team, pending further details. 

Συμφώνησε προσωρινά να ενταχθεί στην ομάδα, εκκρεμώντας περαιτέρω λεπτομέρειες.

1.1

διστακτικά, με αβεβαιότητα

in a hesitant or uncertain manner 
Παραδείγματα
She tentatively asked if she could join the group. 

Ρώτησε διστακτικά αν μπορούσε να ενταχθεί στην ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tentatively
tentative
tent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store