Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acquiescence
01
συγκατάθεση, παραχώρηση
willingness to accept something or do what others want without question
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His acquiescence to the team's decision helped resolve the conflict quickly.
Η συγκατάθεσή του στην απόφαση της ομάδας βοήθησε στην γρήγορη επίλυση της σύγκρουσης.
02
συγκατάθεση, συναίνεση
agreement with a statement or proposal to do something
Λεξικό Δέντρο
acquiescence
acquiesce



























