Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Temptation
01
πειρασμός, επιθυμία
the wish to do or have something, especially something improper or foolish
Παραδείγματα
She resisted the temptation to check her phone during the meeting, focusing instead on the discussion at hand.
Αντιστάθηκε στον πειρασμό να ελέγξει το τηλέφωνό της κατά τη διάρκεια της συνάντησης, εστιάζοντας αντ' αυτού στη συζήτηση.
02
πρόκληση, αποπλάνηση
something that attracts someone to do or have something, contrary to one's better judgment
Παραδείγματα
Traveling alone was a temptation he could not resist.
Το ταξίδι μόνος ήταν ένας πειρασμός που δεν μπορούσε να αντισταθεί.



























