Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Technology
01
τεχνολογία, τεχνική
the application of scientific knowledge for practical purposes, especially in industry
Παραδείγματα
The company is focused on developing new technology to improve healthcare.
Η εταιρεία εστιάζει στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών για τη βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης.
1.1
τεχνολογία
devices, equipment, and machinery produced using scientific knowledge
Παραδείγματα
The field of consumer electronics is known for its rapid advancements in technology, producing everything from smart TVs to wearable devices.
Ο τομέας της καταναλωτικής ηλεκτρονικής είναι γνωστός για τις γρήγορες εξελίξεις του στην τεχνολογία, παράγοντας τα πάντα, από έξυπνες τηλεοράσεις έως φορετές συσκευές.
02
τεχνολογία, τεχνική
scientific knowledge put into practice in a particular area, especially in industry
Παραδείγματα
In the study of technology, understanding the principles is essential.
Στη μελέτη της τεχνολογίας, η κατανόηση των αρχών είναι απαραίτητη.
Λεξικό Δέντρο
technologist
technology
techno



























