Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
technological
01
τεχνολογικός, σχετικός με τις πρακτικές εφαρμογές της επιστημονικής γνώσης και των αρχών της μηχανικής
relating to practical applications of scientific knowledge and engineering principles
Παραδείγματα
Technological innovations in renewable energy have led to more sustainable power sources.
Οι τεχνολογικές καινοτομίες στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν οδηγήσει σε πιο βιώσιμες πηγές ενέργειας.
02
τεχνολογικός
based in scientific and industrial progress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most technological
συγκριτικός βαθμός
more technological
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
technologically
technological



























