tatty
ta
ˈtæ
ται
tty
ˌti
τι
/tˈæti/

Ορισμός και σημασία του "tatty"στα αγγλικά

01

φανταχτερός, επιδεικτικός

tastelessly showy
02

φθαρμένος, ξεχαζεμένος

old, worn, and in poor condition
Παραδείγματα
His shoes were tatty, with scuffed leather and worn-out soles.
Τα παπούτσια του ήταν φθαρμένα, με γδαρμένο δέρμα και φθαρμένες σόλες.

Λεξικό Δέντρο

tattily
tatty
tat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store