tatty
ta
ˈtæ
tty
ti
ti
tittytasty

Ορισμός και σημασία του "tatty"στα αγγλικά

01

φανταχτερός, επιδεικτικός

tastelessly showy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tattiest
συγκριτικός βαθμός
tattier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, style, evaluation
02

φθαρμένος, ξεχαζεμένος

old, worn, and in poor condition 
Παραδείγματα
He wore a tatty old sweater with frayed edges and holes. 

Φορούσε ένα παλιό φθαρμένο πουλόβερ με κουρελιασμένες άκρες και τρύπες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tattily
tatty
tat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store