taupe
taupe
təʊp
tewp
toupe

Ορισμός και σημασία του "taupe"στα αγγλικά

01

ταύπε, γκριζοκαφέ

a greyish brown 
taupe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
01

ταύπα, γκριζοκαφέ

having a gray color with a shade of brown 
taupe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most taupe
συγκριτικός βαθμός
more taupe
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store