Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tautological
01
ταυτολογικός
referring to something that is repetitive and restates the same idea or meaning using different words
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tautological
συγκριτικός βαθμός
more tautological
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The editor removed the tautological sentences to make the report more concise.
Ο συντάκτης αφαίρεσε τις ταυτολογικές προτάσεις για να κάνει την έκθεση πιο συνοπτική.



























