talented
Pronunciation
/ˈtæləntɪd/

Ορισμός και σημασία του "talented"στα αγγλικά

01

ταλαντούχος, προικισμένος

possessing a natural skill or ability for something
talented definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most talented
συγκριτικός βαθμός
more talented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company is looking for talented engineers to join their team.
Η εταιρεία αναζητά ταλαντούχους μηχανικούς για να ενταχθούν στην ομάδα τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store