talented
ta
ˈtæ
len
lən
lēn
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "talented"στα αγγλικά

01

ταλαντούχος, προικισμένος

possessing a natural skill or ability for something 
talented definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most talented
συγκριτικός βαθμός
more talented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is a talented dancer, known for her grace and precision on stage. 

Είναι μια ταλαντούχα χορεύτρια, γνωστή για τη χάρη και την ακρίβειά της στη σκηνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store