tailored
Pronunciation
/ˈteɪlɚd/

Ορισμός και σημασία του "tailored"στα αγγλικά

01

ραμμένος, ταιριαστός

(of clothes) well-cut and fitted
tailored definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tailored
συγκριτικός βαθμός
more tailored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He invested in a tailored shirt for important business meetings, believing that a well-fitted outfit made a strong impression.
Επένδυσε σε μια ραμμένη στα μέτρα του μπλούζα για σημαντικές επιχειρηματικές συναντήσεις, πιστεύοντας ότι ένα καλά εφαρμοστό ρούχο έκανε μια ισχυρή εντύπωση.
02

προσαρμοσμένος, ειδικά σχεδιασμένος

customized to suit a specific need or preference
Παραδείγματα
The curriculum was tailored to meet the educational needs of each student, with personalized learning objectives and activities.
Το πρόγραμμα σπουδών προσαρμόστηκε για να ανταποκρίνεται στις εκπαιδευτικές ανάγκες κάθε μαθητή, με εξατομικευμένους στόχους και δραστηριότητες μάθησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store