Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tailor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tailors
Παραδείγματα
My uncle is a skilled tailor who runs his own shop.
Ο θείος μου είναι ένας επιδέξιος ράφτης που διαχειρίζεται το δικό του μαγαζί.
to tailor
01
προσαρμόζω, φτιάχνω ρούχα σύμφωνα με τις μετρήσεις ενός συγκεκριμένου πελάτη
to make clothes according to the measurements of a particular costumer
Transitive: to tailor clothes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tailor
γ΄ ενικό πρόσωπο
tailors
ενεστώτα μετοχή
tailoring
απλός αόριστος
tailored
παθητική μετοχή
tailored
Παραδείγματα
The experienced seamstress tailored a custom-made wedding gown for the bride.
Η έμπειρη μοδίστρα έραψε ένα προσαρμοσμένο γαμήλιο φόρεμα για τη νύφη.
02
προσαρμόζω, εξατομικεύω
to customize or modify something to fit an individual or market's specific preferences
Transitive: to tailor a product or service
Παραδείγματα
She decided to tailor the dress to match her unique style and preferences.
Αποφάσισε να προσαρμόσει το φόρεμα για να ταιριάζει με το μοναδικό της στυλ και τις προτιμήσεις της.
03
προσαρμόζω, εξατομικεύω
style and tailor in a certain fashion



























