tailor
Pronunciation
/ˈteɪlɚ/

Ορισμός και σημασία του "tailor"στα αγγλικά

01

ράφτης, μπαρμπέρης

a person whose job is making clothes, especially for men
tailor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tailors
Παραδείγματα
He visited the tailor to have his pants hemmed.
Επισκέφτηκε τον ράφτη για να ράψει το παντελόνι του.
to tailor
01

προσαρμόζω, φτιάχνω ρούχα σύμφωνα με τις μετρήσεις ενός συγκεκριμένου πελάτη

to make clothes according to the measurements of a particular costumer
Transitive: to tailor clothes
to tailor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tailor
γ΄ ενικό πρόσωπο
tailors
ενεστώτα μετοχή
tailoring
απλός αόριστος
tailored
παθητική μετοχή
tailored
Παραδείγματα
The tailor expertly tailored a winter coat for the customer.
Ο ράφτης έφτιαξε με επιδεξιότητα ένα χειμωνιάτικο παλτό για τον πελάτη.
02

προσαρμόζω, εξατομικεύω

to customize or modify something to fit an individual or market's specific preferences
Transitive: to tailor a product or service
to tailor definition and meaning
Παραδείγματα
The training program is designed to tailor workouts to individual fitness levels.
Το πρόγραμμα προπόνησης έχει σχεδιαστεί για να προσαρμόζει τις προπονήσεις σε ατομικά επίπεδα φυσικής κατάστασης.
03

προσαρμόζω, εξατομικεύω

style and tailor in a certain fashion
to tailor definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store