tact
tact
tækt
tākt
tracttacit

Ορισμός και σημασία του "tact"στα αγγλικά

01

τακτ, ευαισθησία

sensitivity and consideration in dealing with others to avoid causing trouble or offense 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She handled the delicate conversation with great tact, avoiding any hurt feelings. 

Χειρίστηκε την ευαίσθητη συζήτηση με μεγάλη τακτικότητα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε πληγωμένα συναισθήματα.

Λεξικό Δέντρο

tactful
tactic
tactics
tact
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store