Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taboo
01
ταμπού, απαγορευμένος
excluded from use, mention, or discussion because it is socially or culturally prohibited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Criticizing the leader was taboo under the old regime.
Η κριτική του ηγέτη ήταν ταμπού κάτω από το παλιό καθεστώς.
02
ταμπού, απαγορευμένος
forbidden for profane use, especially in specific traditions like South Pacific islands
Παραδείγματα
Handling the ceremonial objects was strictly taboo.
Η χειρισμός των τελετουργικών αντικειμένων ήταν αυστηρά ταμπού.
Taboo
01
ταμπού, απαγόρευση
a topic, term, or action that is forbidden or avoided for religious or cultural reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
taboos
Παραδείγματα
The act of showing affection in public is a taboo in some countries.
Η πράξη της έκφρασης τρυφερότητας δημόσια είναι ταμπού σε ορισμένες χώρες.
02
ταμπού, ιερή απαγόρευση
a prejudice or prohibition, especially in Polynesia and other South Pacific islands, that forbids the use or mention of something sacred
Παραδείγματα
Violating the taboo brought social penalties.
Η παραβίαση του ταμπού επέφερε κοινωνικές κυρώσεις.
to taboo
01
απαγορεύω, ταμπουάρω
to officially forbid or designate something as off-limits, often for religious, cultural, or ritual reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
taboo
γ΄ ενικό πρόσωπο
taboos
ενεστώτα μετοχή
tabooing
απλός αόριστος
tabooed
παθητική μετοχή
tabooed
Παραδείγματα
Certain practices were tabooed during the festival.
Ορισμένες πρακτικές ήταν ταμπού κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.



























