Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
systematic
01
συστηματικός, μεθοδικός
done according to a planned and orderly system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most systematic
συγκριτικός βαθμός
more systematic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The systematic approach to problem-solving involved following a clear step-by-step procedure.
Η συστηματική προσέγγιση για την επίλυση προβλημάτων περιλάμβανε την ακολουθία μιας σαφούς διαδικασίας βήμα προς βήμα.
02
συστηματικός
relating to the organized classification of organisms based on shared traits and evolutionary relationships
Παραδείγματα
His research in systematic botany led to the discovery of new plant species.
Η έρευνά του στην συστηματική βοτανική οδήγησε στην ανακάλυψη νέων ειδών φυτών.
Λεξικό Δέντρο
systematically
unsystematic
systematic
system



























