Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Syndicate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
syndicates
Παραδείγματα
The investment bank formed a syndicate of lenders to provide financing for the large-scale infrastructure project.
Η επενδυτική τράπεζα σχημάτισε ένα συνδικάτο δανειστών για να χρηματοδοτήσει το μεγάλης κλίμακας έργο υποδομής.
02
συνδικάτο εγκλήματος, εγκληματική οργάνωση
a loosely organized group of criminals, who coordinate activities for mutual benefit
Παραδείγματα
The city police uncovered a syndicate involved in drug trafficking.
Η αστυνομία της πόλης αποκάλυψε ένα συνδικάτο που εμπλέκεται στην εμπορία ναρκωτικών.
03
συνδικάτο τύπου, πρακτορείο ειδήσεων
an organization that supplies articles, features, or photographs to multiple newspapers or media outlets simultaneously
Παραδείγματα
The news syndicate distributed the story to dozens of newspapers.
Το ειδησεογραφικό συνδικάτο διανέμησε την ιστορία σε δεκάδες εφημερίδες.
to syndicate
01
συνδικατίζω, διανέμω
to distribute articles, TV programs, or photos to multiple publications or independent broadcasters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
syndicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
syndicates
ενεστώτα μετοχή
syndicating
απλός αόριστος
syndicated
παθητική μετοχή
syndicated
Παραδείγματα
Photographers often syndicate their work to multiple publications.
Οι φωτογράφοι συχνά συνδικάζουν το έργο τους σε πολλές δημοσιεύσεις.
02
συνδικατίζω, οργανώνω σε συνδικάτο
to organize a group of individuals or businesses for a common financial or commercial purpose
Παραδείγματα
They syndicated several small companies into a single consortium.
Συνδικάτισαν πολλές μικρές εταιρείες σε ένα μοναδικό κονσόρτιο.
03
συνδικατίζομαι, συνεργάζομαι
to participate as a member of a group formed for joint financial or commercial activity
Παραδείγματα
Criminal groups often syndicate to expand operations.
Οι εγκληματικές ομάδες συχνά συνδικάτοποιούνται για να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις.



























